φραστικός

φραστικός
η , ό[ν]
1) фразовый, относящийся к фразе; 2) фразеологический

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "φραστικός" в других словарях:

  • φραστικός — indicative masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φραστικός — ή, ό / φραστικός, ή, όν, ΝΑ νεοελλ. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη φράση (α. «φραστικοί τρόποι» β. «φραστικά σφάλματα» γ. «φραστικό πυροτέχνημα») αρχ. 1. ο κατάλληλος να δηλώσει, να εκφράσει κάτι 2. εκφραστικός, εύγλωττος 3. το ουδ. ως ουσ. τὸ …   Dictionary of Greek

  • φραστικός — ή, ό επίρρ. ά αυτός που είναι της φράσης: Φραστικά σφάλματα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φραστικά — φραστικός indicative neut nom/voc/acc pl φραστικά̱ , φραστικός indicative fem nom/voc/acc dual φραστικά̱ , φραστικός indicative fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φραστικῶν — φραστικός indicative fem gen pl φραστικός indicative masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φραστικόν — φραστικός indicative masc acc sg φραστικός indicative neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φραστικοῖς — φραστικός indicative masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φραστικοί — φραστικός indicative masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φραστικοῦ — φραστικός indicative masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φραστικῆς — φραστικός indicative fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φραστικῇ — φραστικός indicative fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»